cropped 36ο Δημ Σχολείο Ηρακλείου

“Το ουράνιο τόξο στην αυλή μας”… και το δεύτερο βραβείο

1

Πέρσι ένα ουράνιο τόξο προσγειώθηκε στην αυλή του σχολείου μας δίνοντας την ευκαιρία στα παιδιά της περσινής Δευτέρας, Πέμπτης και Έκτης να συν-δημιουργήσουν η κάθε τάξη ξεχωριστά το δικό της παραμύθι.
Τα παραμύθια μας ταξίδεψαν και έφτασαν στην Θεσσαλονίκη όπου πήραν μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό κι έφεραν μια σημαντική διάκριση.

Το παραμύθι που συν-δημιούργησαν μαθητές από τα δύο τμήματα της περσινής Πέμπτης ( το τμήμα του κ. Νεκτάριου Κωσταρέ και το τμήμα του κ. Γιώργου Συγκελάκη) πήρε το δεύτερο βραβείο.

Κι ήταν απόλυτα φυσικό. Οι μαθητές μας με το μεράκι που τους χαρακτηρίζει έβαλαν όλη την φαντασία τους, δούλεψαν ομαδικά για εβδομάδες πολλές στην βιβλιοθήκη του σχολείου, συνδύασαν τις ιδέες όλων και έφτιαξαν κάτι που αξίζει όλοι να διαβάσουμε.

Σαν υπεύθυνη της βιβλιοθήκης στάθηκα κοντά τους και θαύμασα τη μοναδική τους ικανότητα να συνεργάζονται και να αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες του κάθε μέλους της ομάδας τους δίχως αντιζηλίες και με αγάπη ο ένας προς τον άλλον.

Το αποτέλεσμα μοναδικό. Δεν ήταν τελικά το βραβείο που έφερε την ανταμοιβή μα η όλη πορεία προς αυτό.

Απολαύστε το…

«Ένα ουράνιο τόξο στην αυλή μου»

Το παραμύθι της Πέμπτης Δημοτικού

Κάπου, κάπως, κάποτε σε ένα τόπο μακρινό ένα ουράνιο τόξο  ακούμπησε απαλά την αυλή της μικρής Αμέλιας, όπως κάθε φορά που το είχε ανάγκη. Και σίγουρα σήμερα ήταν μία απ’ αυτές. Είχε δει πάλι τον ίδιο εφιάλτη. Άνοιξε τα βλέφαρά της και έσφιξε δυνατά το πουπουλένιο της πάπλωμα. Κοίταξε γύρω της. Ένιωθε πως βρισκόταν κάπου αλλού. Δεν ήξερε πού. Απλώς κάπου αλλού. Ίσως να έφταιγε κι εκείνη η μαύρη τρύπα στ’ όνειρό της. Ίσως και όχι. Έκανε να το πιάσει μα ξαφνικά τραβήχτηκε πίσω. Κάτι σκοτεινό αναδυόταν από τη γη και τύλιγε το ουράνιο τόξο. Τα χρώματα του άρχισαν θολώνουν ολοένα και περισσότερο. Μέχρι να ανοιγοκλείσει τα μάτια της το ουράνιο τόξο είχε εξαφανιστεί.

Η Αμέλια ξαφνιασμένη έκανε ένα βήμα πίσω. Ανοιγόκλεισε τρεις φορές τα μάτια της αλλά το σκηνικό ήταν πάντα το ίδιο. Η αυλή της άδεια δίχως το ουράνιο τόξο. Ο γείτονας της που πάντα περνούσε εκείνη την ώρα για να πάει στην δουλειά του χαρούμενος, στεκόταν εκεί θλιμμένος και γκρίζος.

– Μα γιατί γκρίζος; αναρωτήθηκε η Αμέλεια.

Άνοιξε την εξώπορτα  και βγήκε στην αυλή της. Ο κύριος Ορέστης ήταν ακόμα εκεί, ακίνητος, υπνωτισμένος. Ήταν γκρίζος όπως όλα γύρω τους. Τα δέντρα, τα σπίτια, τα λουλούδια, οι άνθρωποι, τα κτίρια, ο ουρανός, τα σύννεφα, ο ήλιος. Σαν σε ασπρόμαυρη ταινία. Οι καρποί των δέντρων άρχισαν να σαπίζουν και να πέφτουν στο χώμα.

Προχώρησε δίχως να ξέρει πού πηγαίνει. Το μυαλό της ήταν θολό και μπερδεμένο. Έπιασε ασυναίσθητα το μενταγιόν της μαμάς της. Ένιωσε μια απροσδόκητη θέρμη στην καρδιά της που της πλημμύρισε όλο της το είναι. Σήκωσε το κεφάλι της. Ένα φλεγόμενο πουλί καθότανε στο πιο ψηλό κλαδί μιας αγριελιάς με το κεφάλι γυρισμένο προς το μέρος της.

– Ξέρω. Παραξενεύεσαι. Ίσως και να φοβάσαι. Αυτό που βλέπεις γύρω σου συμβαίνει σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης. Την ώρα της εξαφάνισης ένα μαύρο πέπλο απλώθηκε παντού κι ο κόσμος βρίσκεται υπό την επήρεια μιας βαθιάς ύπνωσης. Η λύση βρίσκεται πέρα από το σκοτεινό δάσος που μόνο ένας που ζει στην αγάπη, που είναι ο ίδιος αγάπη μπορεί να το περάσει.

-Μπορώ εγώ; Γιατί; Πώς; Είμαι ικανή;

-Οποιοσδήποτε μπορεί, αρκεί να το θέλει και να το πιστεύει. Εσύ το θέλεις;

Με τα λόγια αυτά ο φοίνικας πέταξε μακριά.

Η Αμέλια ακούγοντας την καρδιά της έκανε το πρώτο βήμα μέσα στο σκοτεινό δάσος. Ξέχασα να σας πω πως ο θρύλος του δάσους έλεγε ότι όποιος μπαίνει μέσα του χάνει το κουράγιο του και εξαφανίζεται. Αλλά η Αμέλια συνέχισε. Τα πλάσματα που ζούσαν εκεί είχαν παραμορφωθεί στο σκοτάδι και η ψυχή τους είχε γίνει μαύρη. Προχώρησε. Το δάσος γινόταν ολοένα και πιο σκοτεινό. Συνέχισε. Τη στιγμή του πιο μεγάλου σκοταδιού έπεσε στα γόνατα και έβαλε τα χέρια στο κεφάλι.

Εκεί ακριβώς άκουσε έναν πονεμένο βρυχηθμό κι ύστερα μια παράξενη ομιλία που την οδήγησε σε ένα μικρό ξέφωτο.

– Οι αεροδυναμικοί παλμοί που σηκώνονται κάθε 5 και 30 μετά μεσημβρίας θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να πετάξω. Δυστυχώς όμως το ιστίο που έφτιαξα στα φτερά μου δεν μοιάζει να είναι ικανό να με σηκώσει πάνω από τα ψηλά δέντρα. Κάθε φορά πέφτω στο τρίτο έλατο αριστερά. Τι άραγε να λείπει από τον εξοπλισμό μου;

Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. Τούτο το πλάσμα μιλούσε τόσο γρήγορα και τόσο ακαταλαβίστικα. Κάνοντας ένα βήμα ακούστηκε ένα κλαδί που σπάει. Ο μικρούλης μας φλύαρος δράκος γύρισε και την κοίταξε στα μάτια.

– Αρλαμπούλης Σαρλαλός, στις υπηρεσίες σας!

– Εδώ Αμέλια. Είσαι καλά; Νιώθω πως έχεις κάποιο πρόβλημα. Ισχύει; Μπορώ να σε βοηθήσω;

-Ναι, έχω ένα πρόβλημα αλλά είμαι σίγουρος πως δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Δεν μπορώ να πετάξω.

Η Αμέλια απλά τον αγκάλιασε και τότε ακριβώς συνέβη το ΑΠΙΘΑΝΟ.

Ο μικρός μας δράκος γέμισε χρώματα. Οι φτερούγες του ένιωσαν μια ακαταμάχητη επιθυμία. Να πετάξουν όπως δεν είχαν πετάξει ποτέ! Και πέταξαν. Το ξέφωτο γέμισε από την χαρούμενη φωνή του:

– ΠΕΤΑΩΩΩ! Να σε πάω στις πάπιες μου;

-Φυσικά! είπε η Αμέλια και ανέβηκε πάνω στην ράχη του.

Δυστυχώς ο δράκος μας δεν ήξερε ακόμα πώς να προσγειώνεται. Έτσι η Αμέλεια δίχως να το καταλάβει βρέθηκε κάτω από το νερό. Βγαίνοντας κρατούσε ένα μυστηριώδες καπέλο.

-Εεε! Αυτό είναι δικό μας! Για να το πάρεις πρέπει να λύσεις ένα γρίφο, είπαν οι πάπιες.

«Το βλέπεις όταν δεν βλέπεις και δεν το βλέπεις όταν βλέπεις».

-Μμμ! Το όνειρο!

-Το καπέλο είναι δικό σου. Και ξέρεις εεε; Είναι μαγικό. Σε πάει όπου το επιθυμείς.

Η Αμέλια ανέβηκε στην πλάτη του δράκου, φόρεσε το καπέλο και είπε:

-Πάμε!

Πριν προλάβει να σκεφτεί είχαν περάσει μια μαύρη τρύπα και είχαν βρεθεί μπροστά σε μια όμορφη γυναίκα με πυρόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια.

-Μαμά; Τι κάνεις εδώ;

-Ήρθα επειδή με κάλεσες. Μπορώ να σε βοηθήσω δίνοντας σου απαντήσεις. Όλα αυτά που συμβαίνουν είναι ένας αιώνιος κύκλος που θα σπάσει μόνο αν δεν βαδίσεις στα ίδια βήματα που βάδισα κι εγώ.

-Μαμά, συμβαίνει κάτι τρομερό! Όλα τα πλάσματα του κόσμου τούτου εκτός από τα πουλιά είναι υπνωτισμένα και άχρωμα. Εγώ όμως δεν έχω πάθει τίποτα. Γιατί;

-Είναι πολύ λογικό. Δεν καταλαβαίνεις γιατί; Φοράς το μενταγιόν μου. Σε προστατεύει από κάθε κακό. Ζεις στην αγάπη. Είσαι αγάπη.

-Μπορεί να είμαι όλα αυτά. Μα πώς θα βοηθήσω τον κόσμο;

-Αυτό είναι σίγουρα κάτι που θα βρεις μόνη σου. Πρέπει να ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις. Ο Εφιάλτης ζει στον πλανήτη Δίπλευρο. Ο πλανήτης αυτός είναι μισός άσπρος και μισός μαύρος. Στην λευκή πλευρά ζουν χαρούμενα πλάσματα και στην μαύρη, ο Εφιάλτης με τους υπνωτισμένους υπηρέτες του. Κλέβει τα όνειρα από τους πλανήτες του σύμπαντος και τα μετατρέπει σε εφιάλτες. Έτσι γίνεται πιο δυνατός. Τόσο δυνατός που στο απόγειο της δύναμης του έκλεψε και το ουράνιο τόξο που δίνει δύναμη και ελπίδα στον κόσμο. Στόχος του να κατακτήσει και να κάνει μαύρο όλο τον πλανήτη.

Ακούγοντας τα λόγια της μαμάς της η Αμέλεια σκέφτηκε τον Εφιάλτη. Με τη σκέψη της και μόνο βρέθηκε στον πλανήτη. Αμέσως ένιωσε ένα ψύχος να τη διαπερνάει και έπιασε ασυναίσθητα το μενταγιόν της μαμάς της. Ένα έντονο φως την τύλιξε και εξαπλώθηκε σε όλο τον πλανήτη. Η μαυρίλα εξαφανίστηκε και ο Εφιάλτης έγινε ένα όμορφο όνειρο. Το ουράνιο τόξο εμφανίστηκε. Μαζί του γλίστρησε και ακούμπησε απαλά την αυλή της, η  μικρή Αμέλια.

ΤΕΛΟΣ

Συγγραφείς

Αποστολάκης Μάνος

Βαργιακάκη Νικολέτα

Ευσταθίου Μελίνα

Καγιαμπάκη Ειρήνη

Κουρούμαλης Ηλίας

Λαδουκάκη Κωνσταντίνα

Λενάκης Μανόλης

Ντάικου Γωγώ

Ντούλα Γαβριέλα

Συγγελάκης Γιώργος

Τσιγκουνάκη Μαριάννα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Translate »